«Ὅμηρε, τὸ πιστεύεις ὅτι ξεχείλιζα τὸ πιάτο μου μὲ φαγητό, ἀλλὰ τὰ μάτια μου λυποῦνταν ποὺ δὲν χωροῦσε κι ἄλλο; Ἔλεγα ὅτι ἄν ἦταν τρόπος, θὰ μποροῦσα νὰ τσακίσω ὅλη τὴν κατσαρόλα! Καὶ δὲν σοῦ λέω ὅταν πεινοῦσα, αὐτὸ γινόταν ξέροντας ὅτι δὲν εἶχαν περάσει οὔτε δύο ὧρες ἀπὸ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ εἶχα φάει… Σὰν νὰ μοῦ συνέβαινε γιὰ πρώτη φορά, ἡ κοιλιά μου μυξόκλαιγε ὑποκριτικὰ ὅτι εἶναι ἄδεια ἀπὸ ὥρα, καὶ ὑποφέρει χωρὶς λόγο! Τότε “πρόσεχα” ὅτι δὲν μὲ βαστοῦσαν τὰ πόδια μου καὶ ἄν ἤθελα νὰ βγάλω πέρα τὸ δύσκολο πρόγραμμα τῆς ἡμέρας, χρειαζόταν νὰ φάω κάτι “δυναμικό”! Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση “συμπονοῦσα” τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ταλαιπωρία ποὺ ἔνιωθε ἀπὸ τὸ “ἄδειο στομάχι”, καὶ μοῦ παραχωροῦσα μεγαλόκαρδα τὴν ἄδεια νὰ τὸν περιποιηθῶ κάπως καλύτερα! Ὡς ἀποζημίωση δηλαδή, γιὰ νὰ ἠρεμοῦσε…».
«Κάτι εἶχα προσέξει στὰ διαλείμματα, Ναυκράτιε…». Δίνοντας ἕναν ἀστεῖο θεατρικὸ τόνο στὴν ἀπὰντησή του, ὁ Ὅμηρος ἀνύψωσε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν πρὸς τὸ ταβάνι, καὶ κρατώντας τὸ βλέμμα ἐκεῖ, συμπλήρωσε μὲ προσποιητὴ ἐγκαρτέρηση: «Προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω ποῦ ἔβαζες τόσο φαγητό, ἀλλὰ δὲν φημίζομαι γιὰ τὴν φαντασία μου…».
Μὲ τὸν Ὅμηρο εἴμαστε συμμαθητές· “νεοσύλλεκτοι” καὶ οἱ δύο στὸ γυμνάσιο, μόλις συναντηθήκαμε στὴν αὐλὴ ταιριάξαμε μὲ τὴν πρώτη. Ὄντως, οἱ ἐπισκέψεις μου στὸ κυλικεῖο ἦταν “πανηγυρικές”, καὶ ὅταν εἶδα ὅτι ἐκεῖνος ἔτρωγε λίγο, σκέφτηκα νὰ τὸν ῥωτήσω “πῶς τὸ ἔκανε αὐτὸ”… Ἐπειδὴ ὅμως τὰ σπίτια μας ἦταν κοντά, εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίσω καλύτερα. Τὸ περίεργο ἦταν, ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ἄφηνα τὸ σπίτι του γιὰ νὰ γυρίσω στὸ δικό μου, εἶχα τὴν αἴσθηση ὅτι ἐπέστρεφα στὸν “λαβύρινθο”! Ἀπὸ τὴν τρίτη-τέταρτη φορὰ καὶ μετά, εἶχα καὶ τὴν ἐντύπωση ὅτι κάπου στὸ βάθος τῶν διαδρόμων του, κοιμόταν κάποιο “τέρας”! Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ “λαβύρινθος” βρισκόταν μέσα στὸ κεφάλι μου, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ καταλάβει τὸν λόγο ποὺ ἡ οἰκογένεια τοῦ Ὁμήρου νήστευε τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή· ὅμως ὅσο οἱ ἀναζητήσεις μου γίνονταν μέσα στὰ σκοτάδια, τόσο οἱ σκέψεις μου περιπλέκονταν! Τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τοὺς ἐπισκέφτηκα, μοῦ χάρισαν μία εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Παραμυθίας, ποὺ εἶπαν ὅτι σημαίνει, Παρηγορήτρια. Μόλις μοῦ ἀφηγήθηκε ὁ Ὅμηρος τὴν ἱστορία τῆς εἰκόνας, μὲ τοὺς πειρατὲς ποὺ εἶχαν περικυκλώσει τὰ τείχη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου, στὸ Ἅγιο Ὄρος, καὶ περίμεναν τὸ ἄνοιγμα τῆς πύλης ἀπὸ μέσα γιὰ νὰ ὁρμήσουν καὶ νὰ τὴν λεηλατήσουν, σάστισα. Σὰν νὰ “ξημέρωσε” μέσα μου ξαφνικά, διέκρινα πλῆθος ὕποπτων κινήσεων ποὺ κινοῦνταν “ὑπογείως”, νὰ μοῦ ἀφαιροῦν “πολύτιμα κομμάτια” τοῦ ἑαυτού μου, μπαινοβγαίνοντας ἀπὸ τὴν πύλη ποὺ “εἶχα ξεκλειδώσει” ἐγώ! Τὶς παρακολουθοῦσα “χαμογελώντας ὥς τὰ αὑτιά”! Μόλις ἔνιωσα τὸν παραλογισμὸ τῆς στάσης μου, ταράχτηκα! Αὐτὲς οἱ “κινήσεις” εἶχαν θράσος! Τί δηλαδή, ἤθελαν νὰ μοῦ τὰ πάρουν ὅλα αὐτὰ ποὺ φύλαγα μέσα μου; Μὰ αὐτὰ δὲν γινόταν νὰ μετακινηθοῦν, ἀνῆκαν στὴν ὕπαρξή μου! Γιατὶ ἀντιμετώπιζα τοὺς βίαιους “πειρατὲς” ποὺ πηγαινοέρχονταν, ὡς ἔμπιστούς μου; Τὶ ἦταν αὐτὰ ποὺ μοῦ ἔκλεβαν; Πῶς ἔφτασαν οἱ “ἄσχημοι” τόσο κοντὰ στὴν ψυχή μου, καὶ γιατὶ ἐγὼ εἶχα τὴν πόρτα της ὀρθάνοιχτη; Τελικά, μὲ ποιοῦ τὸ μέρος ἤμουν; Συγκλονισμένος μὲ τὸν παράδοξο κίνδυνο ποὺ διέκριναν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, πῆρα μιὰ βαθιὰ ἀνάσα, καὶ ἀποφάσισα νὰ δώσω στὸν ἑαυτό μου τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ἄξιζε, κι αὐτὸ ἐπειδὴ τὸν ἐκτιμοῦσα βαθιά! Τώρα ποὺ “ἤξερα”, ὄφειλα νὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι ΕΧΩ ΤΗΝ ΛΑΧΤΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΖΩ ΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΛΟΥΤΟ!
“Ἄφησε τοὺς μοναχοὺς νὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τοὺς πειρατές, ὅπως τοὺς ἀξίζει!”. Ἔτσι εἶπε ὁ Χριστὸς στὴν Παναγία, μέσα στὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε ζωντανέψει μπροστὰ στὰ μάτια τῶν μοναχῶν, τότε ποὺ ἔγινε τὸ θαῦμα! Λίγο πρίν, ἡ Παναγία εἶχε προειδοποιήσει τοὺς μοναχοὺς νὰ μὴν ἀνοίξουν τὴν πύλη ἐκεῖνο τὸ πρωί, ἀλλὰ νὰ ἀνέβουν στὰ τείχη τῆς Μονῆς καὶ νὰ διώξουν τοὺς πειρατές. Μάλιστα, τοὺς τὸ εἶπε καὶ δεύτερη φορά. Λέγοντας ὁ Κύριος στὴν Μητέρα Του νὰ μὴν προειδοποιεῖ τοὺς —ἴσως κάπως ἀμελεῖς— μοναχούς, ἔφερε τὸ παιδικὸ χεράκι Του νὰ σκεπάσει τὸ στόμα τῆς Μητέρας Του, ὅπως ἦταν δυσαρεστημένος μαζί τους. Πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ θείου βρέφους ἡ Παναγία, ἔστρεψε λίγο τὸ κεφάλι καὶ ἐπανέλαβε τὴν προειδοποίηση, πρὸς τὰ παιδιά Της ποὺ Τὴν διακονοῦσαν. Ἀμέσως οἱ μοναχοὶ ἔτρεξαν στὰ τείχη, καὶ διαπίστωσαν ὅτι ὄντως ἡ Μονὴ ἦταν περικυλωμένη ἀπὸ πειρατὲς…
Κρατώντας κάθε τόσο τὴν εἰκόνα στὰ χέρια μου, τὴν κοιτοῦσα ποὺ εἶχε διατηρήσει τὶς τελευταῖες κινήσεις τῶν θείων προσώπων, καὶ τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ φανέρωνε τὴν δυσανασχέτησή Του. Φέρνοντας στὴν μνήμη τὶς περιγραφὲς τοῦ Ὁμήρου πάλι καὶ πάλι, τὸ σημεῖο ὅπου στεκόμουν, μέσα στὸν “λαβύρινθο” ὅπου περιφερόμουν, ἄρχισε λίγο λίγο νὰ ἀποκαλύπτει τὸ στίγμα του. “Εἶναι ἁμαρτία νὰ τρῶμε ὅταν δὲν πεινᾶμε. ΤΟ ΑΠΛΗΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟ ΦΩΛΙΑΖΕΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΑΘΟΣ!”, εἶχε πεῖ κάποια στιγμὴ ὁ Ὅμηρος, ἀλλὰ ἐγὼ “ὁ ἀτάραχος” δὲν γύρισα νὰ κοιτάξω… σὲ ποιὸν μιλοῦσε. Ὅταν ἔβλεπα ὅμως τὴν ἔκφραση τοῦ θείου βρέφους στὴν εἰκόνα, ἄρχισα νὰ “δυσκολεύομαι” νὰ κρατάω τοὺς “γρήγορους” ῥυθμούς μου μεταξὺ τῶν γευμάτων· ὅπως ἄρχιζε σταδιακὰ νὰ ἀχνοφέγγει “ἡ ἡμέρα” μέσα μου, κάτι μὲ ἔσπρωχνε νὰ παραδεχτῶ ὅτι εἶχα φτάσει στὸ δαιδαλώδες σημεῖο τῆς ἀπληστίας… Καλά, πῶς ἦρθα ὥς ἐδῶ; Ποῦ εἶχα τὰ μάτια μου; Ἀναρωτιόμουν, βλέποντας τὸν δύσβατο καὶ ἐπικίνδυνο τόπο ποὺ διάνυα. Πῶς γίνεται νὰ περπατάει κάποιος καὶ νὰ μὴν ἀντιδρᾶ στὰ “σκοτάδια”; Συνέχιζα νὰ ῥωτάω τὸν ἑαυτό μου, ποὺ εἶχα ἀρχίσει νὰ τὸν ντρέπομαι. Αὐτὸ τὸ πράγμα ἦταν λοιπόν, ἡ “ἀναισθησία” τῆς ψυχῆς; Νὰ μὴν μπορεῖ νὰ διακρίνει ποῦ τὴν ὁδηγοῦν τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα τῆς σκληραίνουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν καρδιά; Ἦταν μία μορφὴ “ὕπνου” ἡ “πετροκαρδία”; Συνειδητοποιώντας αὐτά, στὰ ῥουθούνια μου ἔφτανε μία πνευματικὴ μυρωδιὰ ποὺ μὲ ἀπωθοῦσε, καὶ στὴν ὑποψία της οἱ παλμοὶ ἀνέβαιναν, ὅπως ὅταν κινδυνεύουμε. Ἤθελα νὰ βγῶ ἀπὸ τὸν “λαβύρινθο”, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἡ ὕπαρξή μου χρειαζόταν περισσότερα στοιχεῖα “τῆς περιοχῆς”, καὶ ἔτσι ἐξακολουθοῦσα τὶς ἀναζητήσεις μέσα μου, ἀλλὰ καὶ στὶς συνήθειες καὶ τὶς ἀντδράσεις τοῦ Ὁμήρου, μέσα στὴν οἰκογένειά του.
Δὲν ἤξερα ἄν ἔπρεπε νὰ χαρῶ ἤ νὰ μὲ πιάσει ἀπελπισία, ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ἀποφορὰ θέριευε, ὅσο καταλάβαινα ὅτι πλησίαζα στὸ “τέρας” ποὺ λυμαινόταν τὰ ἐνδότερά μου. Δυσκίνητος ὅπως ἤμουν, τὰ βήματά μου ἦταν νωθρά. Ἔγινε ἐμφανὲς πιά, ὅτι εἶχα “μεταθέσει” τὸ κέντρο τῆς δραστηριότητάς μου σὲ “πεδία” ποὺ δὲν “ἀκουμποῦσαν” τὴν ὀκνηρία μου· δὲν μποροῦσα νὰ κρύψω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου ὅτι “ἔλυνα τὰ προβλήματά μου” μὲ τὴν ἀνυπακοὴ καὶ τὴν ἀντιλογία πρὸς τοὺς γονεῖς μου, τὴν πολυλογία, τὴν θρασύτητα, τὴν καύχηση… Τὸ “δυνατὸ” σημεῖο μου ἦταν τὰ “γέλια” καὶ τὰ ἀστεῖα ἀπὸ τὰ εὐτράπελα, ποὺ μοῦ “ἔκρυβαν” τὴν ταραχὴ ἀπὸ τὸ “τέρας” ποὺ ὑπέθαλπα… Αὐτὸ ὅμως μοῦ θύμισε, ποὺ παρακολουθοῦσα τὸ πλῆθος τῶν “ὑπόγειων κινήσεων”, “χαμογελώντας ὥς τὰ αὑτιά”!
Πόσο παράδοξα ἦταν ὅλα αὐτὰ… Ἡ δυσοσμία ποὺ ἀνέδιδε ἡ ψυχή μου συνέχιζε νὰ κρατάει γρήγορους τοὺς παλμούς μου, καὶ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀστεῖο! Ἄν δὲν εἶχα βάλει πεῖσμα νὰ δῶ τὶς ἀποκλίσεις μου ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ Ὁμήρου, δὲν θὰ εἶχα ἰδέα ὅτι ἡ ἀκαταστασία τῶν αἰσθήσεων, ἦταν ποὺ μετέτρεπε τὴν ζωή μου σὲ “λαβύρινθο”! Στὸ σπίτι τοῦ φίλου μου ἄκουσα γιὰ τοὺς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀποδεδειγμένοι προδότες! Στὴν ἡσυχία τοῦ δικοῦ μου σπιτιοῦ ἄρχισα τὶς σκιαμαχίες μαζί τους, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀπὸ μόνος μου δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσω, ἡ μυρωδιὰ τῆς ψυχῆς μου συνέχιζε νὰ εἶναι “τερατώδης”! Τελικά, ἡ πηγὴ τῆς δυσοσμίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἠθικὴ σήψη, δηλαδὴ τὸν θάνατο ποὺ “ὑπόσχεται” ἡ ψευδοελευθερία τῶν παθῶν! Ταυτίζοντας τοὺς βίαιους “πειρατὲς” ποὺ μὲ ἔκλεβαν, μὲ τὸ “τέρας” ποὺ εἶχα καταχωνιασμένο μέσα μου, ἔβλεπα τὴν πλήρη ἄγνοιά μου σὲ ὅσα μοῦ συνέβαιναν… Ὅταν ὁ ἑαυτός μου ἔγινε ὑπέρμετρα αὐστηρὸς καὶ ἄρχισε νὰ μὲ κατηγορεῖ γιὰ ἀνικανότητα, τὸ πῆρα κατάκαρδα καὶ λύγισα! Ὅμως ὁ Θεὸς μὲ λυπήθηκε καὶ φώτισε τὸν Ὅμηρο, νὰ μοῦ πεῖ αὐτὰ ποὺ ἤξερε γιὰ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, γιὰ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν ἀπελπισία.
Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι ὁ διάβολος*, ὁ ὁποῖος μισεῖ τὴν Ἀλήθεια, μισεῖ τὸν Χριστὸ καὶ μισεῖ καὶ τὸ παιδί Του, τὸν ἄνθρωπο. Ὁ διάβολος δὲν εἶναι κοσμοκράτορας ἐπειδὴ ἔφτιαξε ἐκεῖνος τὸν κόσμο, ἤ ἐπειδὴ ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν ἐξουσιάζει, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τοῦ παραχωροῦμε τὸν κόσμο. Δεχόμενοι τὶς προτροπές του νὰ ἁμαρτήσουμε, δίνουμε στὸν διάβολο “δικαιώματα” πάνω μας, καὶ πάνω στὸν κόσμο. Ἀντὶ νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες γιὰ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε, ἀντιπροσφέροντας τὰ Δῶρα Του στὴν θεία Εὐχαριστία, τὰ καρπωνόμαστε ἐγωιστικά, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις τοῦ διαβόλου. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁ κόσμος ἀνήκει στὸν πονηρό, ἐπειδὴ ὁ κόσμος τοῦ ὑποτάσσεται. Ὀ ἄνθρωπος πλάστηκε νὰ ζεῖ ὡς θεούμενο λειτουργικὸ ὄν. Ὅποιος ὅμως ζεῖ φίλαυτα, ὡς ἀποστατικὸ ὄν ποὺ ὐποτάσσεται στοὺς δαίμονες, αὐτομάτως καθίσταται ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ! Δηλαδὴ ἡ φιλία τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα τοῦ Θεοῦ!
Τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, εἶναι τὰ τρία κορυφαῖα πάθη, οἱ τρεῖς μεγάλες ἄρρωστες ἀγάπες, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν φιλαυτία: εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός, ποὺ λέγεται καὶ φιληδονία· ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν, ποὺ λέγεται καὶ φιλαργυρία, ἀπληστία· καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, ποὺ λέγεται καὶ φιλοδοξία. Ὅποιος ἀγαπάει τὸν κόσμο καὶ ὑποτάσσεται στὶς ἐμπαθεῖς, τὶς κοσμικὲς ἐπιταγές του γιὰ τὴν μάταιη δόξα, τὴν ἀπόκτηση πλούτου, ἐξουσίας, κοινωνικῆς καταξίωσης καὶ ἀναγνώρισης, ἤ καλοπέρασης, δὲν ἔχει μέσα του τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρός! Κάτι τέτοιο ἀποτελεῖ πνευματικὴ μοιχεία ἀπέναντι στὸν Νυμφίο τῶν ψυχῶν ὅλων μας…
Ἡ ἀπέκδυση τῆς νοοτροπίας τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ προϋπόθεση γιὰ ὅποιον θέλει νὰ πλησιάσει στὸν Χριστὸ καὶ νὰ σωθεῖ. Πίστη σημαίνει ἐμπιστοσύνη! Ὁ πιστὸς δέχεται μὲ χαρὰ ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Χριστός, ἀφοῦ ξέρει ὅτι ὁ Κύριος θέλει νὰ ἔρθουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς ἐπίγνωσην ἀληθείας καὶ νὰ σωθοῦν! Κάθε ἀντιξοότητα καὶ δυσκολία ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὸν εὐλαβὴ ἐπιτυχῶς, μὲσῳ τῆς πίστης του· γνωρίζει ὅτι εἶναι πάντα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα του, μέσα στὴν στοργικὴ Πρόνοιά Του, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχει ἄγχος ἤ ἀπελπισία ἤ ἀγωνία. Μόνο οἱ προσωπικὲς ἁμαρτίες του χτίζουν ἕνα τεῖχος, τὸ ὁποῖο δὲν ἐπιτρέπει στὸν Θεὸ νὰ τὸν βοηθήσει. Αὐτὸ τὸ τεῖχος ὅμως, μπορεῖ νὰ γκρεμιστεῖ μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
«Ὅταν παραδέχτηκα ὅτι εἶχα παράλογες ἐπιθυμίες, ποὺ μοῦ ἐπέβαλλαν τὴν κακία, παραδέχτηκα ὅτι ἤμουν δυστυχισμένος ἐπειδὴ δὲν ἀντιστεκόμουν στὴν γαστριμαργία…». Ὅπως κοιταζόμασταν μὲ τὸν Ὅμηρο, ῥήγησα στὴν σκέψη ὅτι ἡ διαφθορὰ τοῦ ἤθους σπρώχνει τὴν ζωή μας στὸ παράλογο… Τώρα ἔβλεπα καθαρὰ ὅτι ἡ ἁμαρτία πολιορκεῖ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ τὴν σύρει σὲ ζωὴ ὑποδεέστερη σχετικὰ μὲ ὅσα τῆς χρειάζονται, καὶ ὅσα εἶναι ἱκανὴ νὰ δημιουργήσει.
«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μετανοεῖ καὶ ἀποφασίζει νὰ ζήσει κοντὰ στὸν Χριστό, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν πρώτη ἁμαρτία, τὴν πρώτη παρακοή, τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς τῆς νηστείας. Ὁ Θεὸς εἶπε στοὺς Πρωτόπλαστους, “ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο δέντρο δὲν θὰ φᾶτε!”. Ἐπειδὴ δὲν νήστεψαν ἐκδιωχθήκαμε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ μὲ τὴν νηστεία καὶ τὴν προσευχὴ θὰ ἀγωνιστοῦμε νὰ τὸν ξανακερδίσουμε!».
«Ὅταν μοῦ εἶπες ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη νικάει ὅλες τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, δὲν κατάλαβα τί ἐννοοῦσες. Ξεκινώντας ὅμως τὴν νηστεία, στὴν πράξη κατάλαβα ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη μᾶς ἀπογυμνώνει ἀπὸ τὶς “ἀξίες” τοῦ κόσμου αὐτοῦ! Εἶναι μεγάλο μυστήριο ἡ νηστεία!».
«Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέει, ὅτι ἡ νηστεία λεπτύνει σιγὰ – σιγὰ καὶ διώχνει τὸ πνευματικὸ σκότος καὶ τὸ κάλυμμα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ σκεπάζει τὴν ψυχή, ὅπως διώχνει ὁ ἥλιος τὴν ὁμίχλη! Εἶναι σημαντικὸ νὰ καλλιεργοῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀκούει καὶ νὰ ἀποδέχεται τὴν Ἀλήθεια! Ὁ Χριστὸς ἔχει γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο προσωπικά, μία ἰδιαίτερη θέση!».
«Στὴν ἀρχή, μέχρι νὰ ἀνδρειωθῶ καὶ νὰ ἀπαρνηθῶ τὴν νοοτροπία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἦταν κάπως δύσκολα. Εὐτυχῶς, ἔχουμε τὴν Παναγία, ποὺ μᾶς σπλαχνίζεται καὶ μᾶς φυλάει ἀπὸ τὸν ὕπουλο ἐχθρό! Ὅταν ἀποφάσισα ὅτι χρειαζόμουν τὴν βοήθειά Της καὶ Τὴν παρακάλεσα νὰ μὲ σκεπάσει, γιὰ νὰ μπεῖ ἕνα τέλος στὸ ἀνελέητο πλήγωμα τῆς ψυχῆς μου, ἔνιωσα τὴν παρηγοριά Της νὰ γλυκαίνει τὰ ἐσώψυχά μου! Ἡ γαλήνια ἔκφραση τοῦ προσώπου τῆς Παναγίας μας, ἔγινε ἡ ξεκούραση τῆς ψυχῆς μου!
«Ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μάνα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, Ναυκράτιε!».
«Αὐτὸ τὸ ἔνοιωσα! Ἔχοντάς Την δίπλα μου, βρῆκα τὴν δύναμη νὰ δῶ κατάματα τὰ μεγάλα λάθη μου! Ἀμέσως τότε ἔνιωσα τὴν ἀνάγκη νὰ τρέξω στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ Τοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσει! Ἄκουγα τὸν Κύριο ἀπὸ καιρὸ νὰ λέει μέσα μου, “δῶσε Μου, γιέ Μου, τὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ κατοικῶ Ἐγώ, ὁ Πατέρας Μου καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα!”. Δὲν θεωροῦσα ὅμως τὴν μικρὴ καρδιά μου ἄξια, γιὰ νὰ χωρέσει ὁ Ὕψιστος! Ἀφοῦ εἶπες ὅμως ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀντάξιος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μᾶς δίνει δωρεὰν τὴν Χάρη Του, Τοῦ ἄνοιξα γιὰ νὰ μπεῖ στὴν καρδιά μου, μαζὶ μὲ τὴν θεσπέσια πνευματικὴ εὐωδία τοῦ οὐρανοῦ! Ἡ λαχτάρα μου γιὰ τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς, μέσα στὴν Πρόνοια τοῦ Χριστοῦ, φανέρωσε τὸ σθένος μέσα μου νὰ γκρεμίσω τὸ τεῖχος τῶν ἁμαρτιῶν μου, μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως!
Τὸ μεγαλύτερον καὶ τελειότερον κατόρθωμα, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ ἤ νὰ συλλογισθῇ ὁ ἄνθρωπος,
εἶναι τὸ νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸν Θεὸν
καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ Αὐτὸν
Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
*“ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου”, (Β΄ Κορ. 4,4)
“ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου” (Ἰωάν.12,31)
“ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων” (Ἰωάν. 14,30)
τὸ κείμενο μέσα στὸ μπλὲ πλαίσιο, προέρχεται ἀπὸ ὀμιλία τοῦ πατρὸς Σάββα τοῦ Ἁγιορείτου
